στο λεξικό PONS
καναπ|ές <-έδες> [kanaˈpɛs] SUBST αρσ
- καναπές
- Sofa ουδ
- διθέσιος/τριθέσιος καναπές
- zweisitziges/dreisitziges Sofa ουδ
- γωνιακός καναπές
- Ecksofa ουδ
- καναπές-κρεβάτι
- Schlafsofa ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γωνιακός καναπές
- Ecksofa ουδ
- διθέσιος καναπές
- Zweiersofa ουδ
- καναπές-κρεβάτι
- Schlafsofa ουδ
- διθέσιος/τριθέσιος καναπές
- zweisitziges/dreisitziges Sofa ουδ