στο λεξικό PONS
μόδα [ˈmɔða] SUBST θηλ
- μόδα
- Mode θηλ
- είμαι της μόδας
- in Mode sein
- γίνομαι της μόδας
- in Mode kommen
- ανδρική μόδα
- Herrenmode θηλ
- γυναικεία μόδα
- Damenmode θηλ
- η τελευταία λέξη θηλ της μόδας
- der letzte Schrei αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γυναικεία μόδα
- Damenmode θηλ
- ανδρική μόδα
- Herrenmode θηλ
- συμβαδίζω με την εποχή μου/τη μόδα
- mit der Zeit/Mode gehen
- αυτή η μόδα εκτόπισε τον παραδοσιακό …
- diese Mode hat den traditionellen … verdrängt