στο λεξικό PONS
- bestellter Verteidiger
- διορισμένος συνήγορος
- Pflichtverteidiger(in)
- αυτεπαγγέλτως διορισμένος συνήγορος αρσ (αυτεπαγγέλτως διορισμένη συνήγορος) θηλ
- Armenanwalt (-wältin)
- δικηγόρος mf διορισμένος από το δικαστήριο
- Amtsvormund
- επίτροπος mf διορισμένος από τη δημόσια αρχή