στο λεξικό PONS
εορτάζω
εορτάζω s. γιορτάζω
I. γιορτά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [jɔrˈtazɔ] VERB μεταβ/αμετάβ (πανηγυρίζω)
- γιορτάζω
- feiern
- αυτό πρέπει να το γιορτάσουμε!
- das muss gefeiert werden!
II. γιορτά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [jɔrˈtazɔ] VERB αμετάβ ΘΡΗΣΚ
- γιορτάζω
- Namenstag haben
- πότε γιορτάζεις;
- wann hast du Namenstag?
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.