στο λεξικό PONS
θύμα [ˈθima] SUBST ουδ
- θύμα
- Opfer ουδ
- πέφτω θύμα ενός πράγματος
- einer Sache δοτ zum Opfer fallen
- πέφτω θύμα ενός πράγματος
- ein Opfer einer Sache γεν werden
- έπεσε θύμα της ευπιστίας του
- er wurde ein Opfer seiner Leichtgläubigkeit
- θύμα απόπειρας
- Anschlagsopfer ουδ
- θύμα πολέμου
- Kriegsopfer ουδ
- εξιλαστήριο θύμα
- Sühnopfer ουδ
- εξιλαστήριο θύμα (αρνί)
- Opferlamm ουδ
θύμα SUBST
- θύμα σεξουαλικής κακοποίησης ουδ
- Missbrauchsopfer ουδ
θύμα SUBST
- θύμα σεξουαλικής κακοποίησης ουδ
- Opfer sexuellen Missbrauchs ουδ
θύμα SUBST
- θύμα βίας ουδ
- Gewaltopfer ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- θύμα απόπειρας
- Anschlagsopfer ουδ
- θύμα πολέμου
- Kriegsopfer ουδ
- εξιλαστήριο θύμα
- Sühnopfer ουδ
- θύμα ουδ του λευκού θανάτου
- Drogenopfer ουδ
- πέφτω θύμα ενός πράγματος
- einer Sache δοτ zum Opfer fallen