στο λεξικό PONS
I. μυρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [miˈrizɔ] VERB μεταβ/αμετάβ
- μυρίζω
- riechen
- μυρίζεις το λουλούδι;
- riechst du die Blume?
- μυρίζει ωραία
- es riecht gut
- εδώ μυρίζει φαγητό
- hier riecht es nach Essen
- το λουλούδι δε μυρίζει τίποτα
- die Blume riecht nach nichts
- κάτι περίεργο μου μυρίζει σ'αυτήν την υπόθεση μτφ
- ich habe den Eindruck, an der Sache ist etwas/was faul
II. μυρίζομαι: VERB αποθ ρήμα μεταβ
- μυρίστηκα τον κίνδυνο
- ich habe die Gefahr geahnt
- τα μυρίστηκε (ξέρει τι τρέχει)
- er hat Wind (davon) bekommen