στο λεξικό PONS
συμπληρωματικ|ός <-ή, -ό> [simblirɔmatiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. συμπληρωματικός (που συμπληρώνει):
- συμπληρωματικός
- ergänzend, Ergänzungs-
- συμπληρωματική ρήτρα
- Ergänzungsklausel θηλ
- συμπληρωματικό χρώμα ΦΥΣ
- Komplementärfarbe θηλ
2. συμπληρωματικός (πρόσθετος):
- συμπληρωματικός
- Zusatz-, zusätzlich
- συμπληρωματική αμοιβή
- Zusatzlohn αρσ
- συμπληρωματική ασφάλιση
- Zusatzversicherung θηλ
- συμπληρωματική σύνταξη
- Zusatzrente θηλ
- συμπληρωματικός φόρος
- Zusatzsteuer θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συμπληρωματικός φόρος
- Zusatzsteuer θηλ
- συμπληρωματικός όρος σε μια σύμβαση (καθαυτού έγγραφο)
- Abänderungsvertrag αρσ
Αναζήτηση στο λεξικό
- συμπιεστής
- συμπιεστός
- συμπιεστότητα
- συμπίπτω
- σύμπλεγμα
- συμπληρωματικός
- συμπληρώνω
- συμπλήρωση
- συμπλοκή
- σύμπλοκο
- σύμπνοια