στο λεξικό PONS
καλ|ώ <-είς, -εσα, -έστηκα [ή κλήθηκα], -εσμένος> [kaˈlɔ] VERB μεταβ
1. καλώ (προσκαλώ: σε γλέντι):
- καλώ
- einladen
2. καλώ ΝΟΜ:
- καλώ στο δικαστήριο
- vor Gericht laden
3. καλώ (φωνάζω):
- καλώ
- rufen
- καλώ σε βοήθεια
- zu Hilfe rufen
- καλώ κάποιον στην τάξη
- jdn zur Ordnung rufen
4. καλώ ΤΗΛ:
- καλώ το 635315
- 635315 wählen
5. καλώ (διατάζω):
- καλώ
- auffordern
- τον κάλεσαν να …
- er wurde aufgefordert zu …
6. καλώ (ονοματίζω):
- καλώ
- nennen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καλώ κάποιον σε μονομαχία
- jdn zum Duell herausfordern
- καλώ κάποιον σε βοήθεια
- jdn zu Hilfe rufen
- καλώ κάποιον στην τάξη
- jdn zur Ordnung rufen
- καλώ τις πληροφορίες καταλόγου
- die Auskunft anrufen
- καλώ στο δικαστήριο
- vor Gericht laden