στο λεξικό PONS
άσχημ|ος [ˈasçimɔs], άσκημ|ος [ˈascimɔs] <-η, -ο> ΕΠΊΘ s. auch
1. άσχημος (όχι ωραίος, όχι όμορφος):
- άσχημος
- hässlich
2. άσχημος (όχι καλός):
- άσχημος
- schlecht
- αυτό που έκανε ήταν πολύ άσχημο
- was er getan hat, war sehr schlecht
3. άσχημος (φοβερός):
- άσχημος
- schlimm
- αυτό που είπε ήταν πολύ άσχημο
- was er gesagt hat, war sehr schlimm
- το κτήριο βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση
- das Gebäude befindet sich in einem schlimmen Zustand
4. άσχημος (αρρώστια: βαριά):
- άσχημος
- schwer
άσχημα [ˈasçima] ΕΠΊΡΡ
- άσχημα
- schlecht
- μεταχειρίζομαι κάποιον άσχημα
- jdn schlecht behandeln
- τραγουδάει άσχημα
- er singt schlecht
- τα πράγματα πάνε άσχημα
- die Dinge laufen schlecht
- αισθάνομαι/νιώθω άσχημα
- sich nicht wohl fühlen
- έκανε άσχημα που τη ρώτησε
- er hat nicht gut daran getan, sie zu fragen
- … και τώρα την έχει άσχημα
- … und jetzt ist er in einer schlechten Lage
- τραυματίστηκε άσχημα
- er hat sich ernsthaft/schwer verletzt
- είναι άσχημα (άρρωστος, στο νοσοκομείο)
- es geht ihm schlecht
- άσχημα σου πέφτει;
- das ist doch genau das Richtige für dich
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.