στο λεξικό PONS
I. θαυμά|ζω <-σα, -στηκα> [θavˈmazɔ] VERB μεταβ
- θαυμάζω
- bewundern
II. θαυμά|ζω <-σα, -στηκα> [θavˈmazɔ] VERB αμετάβ
- θαυμάζω για κάτι
- sich über etw wundern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- θαυμάζω για κάτι
- sich über etw wundern