στο λεξικό PONS
διάφορ|ος <-η, -ο> [ðiˈafɔrɔs] ΕΠΊΘ
- διάφορος από
- verschieden von
- (όλες) η διάφορες περιπτώσεις στις οποίες …
- (all) die verschiedenen Fälle, in denen …
- για διάφορους λόγους
- aus verschiedenen Gründen
- πολλά και διάφορα
- alles Mögliche
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.