στο λεξικό PONS
απρόσιτ|ος <-η, -ο> [aˈprɔsitɔs] ΕΠΊΘ
1. απρόσιτος:
- απρόσιτος
- unzugänglich
2. απρόσιτος (εμπορεύματα):
- απρόσιτος
- unerschwinglich
- σε απρόσιτες τιμές
- zu unerschwinglichen Preisen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.