στο λεξικό PONS
I. συναντ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα> [sinanˈdɔ] VERB μεταβ
1. συναντώ (τυχαία):
- συναντώ κάποιον
- begegnen jdm
- συναντώ κάποιον
- treffen jdn
2. συναντώ (με ραντεβού):
- συναντώ
- treffen
3. συναντώ (δυσκολίες, εμπόδια):
- συναντώ
- stoßen
- συναντώ δυσκολίες
- auf Schwierigkeiten αιτ stoßen
II. συναντιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. συναντιέμαι (τυχαία):
- συναντιέμαι
- sich begegnen, sich treffen
- τα μάτια τους συναντήθηκαν
- ihre Blicke trafen sich
2. συναντιέμαι (με ραντεβού):
- συναντιέμαι
- sich treffen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συναντώ δυσκολίες
- auf Schwierigkeiten αιτ stoßen
- συναντώ άρνηση
- auf Ablehnung stoßen