στο λεξικό PONS
I. σώ|ζω <-σα, -θηκα, -σμένος> [ˈsɔzɔ] VERB μεταβ
1. σώζω (από κίνδυνο):
- σώζω από
- retten vor
- σώζω κάποιον από την καταστροφή
- jdn vor dem Ruin retten
- σώζω τη ζωή κάποιου
- jdm das Leben retten
- σώζω το τομάρι μου
- seine Haut retten
- σώζω τον κόσμο
- die Welt retten
2. σώζω (διατηρώ):
- σώζω
- bewahren
II. σώζομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. σώζομαι:
- σώζομαι
- sich retten
- σώθηκε
- er/sie konnte sich retten
- δε σώζεται με τίποτα
- er/sie ist nicht mehr zu retten
2. σώζομαι Η/Υ (αποθηκεύω):
- σώζομαι
- speichern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σώζω το τομάρι μου
- seine Haut retten
- σώζω τη ζωή κάποιου
- jdm das Leben retten
- σώζω τον κόσμο
- die Welt retten
- σώζω κάποιον από την καταστροφή
- jdn vor dem Ruin retten