στο λεξικό PONS
I. σαν [san] ΣΎΝΔ
1. σαν (σε σύγκριση):
- περπατάει σαν χορευτής
- er geht wie ein Tänzer
- σαν εμένα/εσένα
- wie ich/du
- σαν τον πατέρα της
- wie ihr Vater
- μιλούσε σαν να τα είχε ζήσει ο ίδιος
- er sprach so, als ob er es selbst erlebt hätte
- μας κοίταζε σαν να ήθελε να μας πει κάτι
- er schaute uns an, als wollte er uns etwas sagen
- σαν να μην το ήξερες!
- als ob du es nicht gewusst hättest!
2. σαν (χρονικά):
- σαν
- als
- σαν τον είδα
- als ich ihn sah
ιδιωτισμοί:
- (εσύ) σαν αδερφός του πρέπει να …
- du als sein Bruder musst …
- σαν παράδειγμα
- als Beispiel
- μιλάει σαν πολιτικός (ως πολιτικός, είναι πολιτικός)
- er spricht als Politiker
- μιλάει σαν πολιτικός (σαν να ήταν πολιτικός)
- er spricht wie ein Politiker
II. σαν [san] ΜΌΡ
- σαν να σ' έχω δει κάπου
- ich glaube, ich habe dich schon einmal irgendwo gesehen
- σαν να 'χεις δίκιο
- du scheinst Recht zu haben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σαν παράδειγμα
- als Beispiel
- σαν αστραπή
- wie der Blitz
- σαν σαΐτα
- blitzschnell, wie ein Pfeil
- σαν χελώνα (αργά)
- wie eine Schnecke
- τα … φυτρώνουν σαν μανιτάρια
- die … schießen wie Pilze aus dem Boden