στο λεξικό PONS
διαχωρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ðiaxɔˈrizɔ] VERB μεταβ
- διαχωρίζω
- trennen
- διαχωρίζω χρώματα ΤΥΠΟΓΡ
- Farben separieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαχωρίζω χρώματα ΤΥΠΟΓΡ
- Farben separieren