στο λεξικό PONS
I. προσ|φέρ(ν)ω <-φερα [ή -έφερα], -φέρθηκα, -φερμένος> [prɔsˈfɛr(n)ɔ] VERB μεταβ
1. προσφέρ(ν)ω (ποτό, βοήθεια, για πώληση):
- προσφέρ(ν)ω
- anbieten
2. προσφέρ(ν)ω (προτείνω ποσό για αγορά):
- προσφέρ(ν)ω
- bieten
II. προσφέρομαι VERB αυτοπ ρήμα
- προσφέρομαι
- sich anbieten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προσφέρω θυσία
- ein Opfer bringen
- προσφέρω υπηρεσία σε κάποιον
- jdm einen Dienst erweisen
- προσφέρω τον οβολό μου
- seinen Obolus entrichten
- προσφέρω μεγάλες υπηρεσίες σε κάποιον
- jdm gute/große Dienste leisten
- προσφέρω τον εαυτό μου ολοκαύτωμα
- sich (selbst) aufopfern