στο λεξικό PONS
έργο [ˈɛrɣɔ] SUBST ουδ
1. έργο (προϊόν εργασίας) ΛΟΓΟΤ:
- έργο
- Werk ουδ
- δικό μου έργο είναι
- das ist mein Werk
- το έργο της ζωής του
- sein Lebenswerk ουδ
- τα έργα ουδ πλ του θεού
- die Werke ουδ πλ Gottes
- γραπτό έργο
- Schriftwerk ουδ
- δημόσιο έργο
- öffentliches Bauprojekt ουδ
- δομικά έργα
- Bauwerke ουδ πλ
2. έργο (ενέργεια):
- έργο
- Tat θηλ
- έργα, όχι λόγια
- Taten, nicht Worte
3. έργο (καθήκον):
- έργο
- Aufgabe θηλ
- δεν είναι έργο δικό μου να το …
- es ist nicht meine Aufgabe, es zu …
4. έργο ΤΈΧΝΗ:
- έργο τέχνης
- Kunstwerk ουδ
5. έργο ΚΙΝΗΜ:
- έργο
- Film αρσ
6. έργο ΘΈΑΤ:
- έργο
- Stück ουδ
- θεατρικό έργο
- Theaterstück ουδ
7. έργο ΦΥΣ:
- έργο
- Arbeit θηλ
- έργο όγκου
- Volumenarbeit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έργο ουδ αναφοράς (το σημαντικότερο έργο ενός κλάδου)
- Referenzwerk ουδ
- δημόσιο έργο
- öffentliches Bauprojekt ουδ
- γιγάντιο έργο ΟΙΚΟΝ
- Riesenprojekt ουδ
- δίπρακτο έργο
- Zweiakter αρσ
- δραματικό έργο
- Drama ουδ