στο λεξικό PONS
καθόλου [kaˈθɔlu] ΕΠΊΡΡ
1. καθόλου (σε αρνητική πρόταση):
- καθόλου
- überhaupt nicht
- δεν ξέρει καθόλου πώς να …
- er weiß überhaupt nicht, wie er …
- δεν έχει καθόλου όρεξη
- er hat überhaupt keine Lust
- δεν είναι καθόλου αστείο!
- das ist überhaupt nicht so lustig!
- δε φοβόσουν; - καθόλου!
- hattest du keine Angst? - überhaupt nicht!
- άχρηστο είναι, ε; - καθόλου!
- es ist nutzlos, nicht wahr? - ganz und gar nicht!
2. καθόλου (σε ερωτήσεις):
- καθόλου
- überhaupt
- το βλέπεις καθόλου;
- siehst du es überhaupt?
- ξέρεις καθόλου τη διεύθυνσή του;
- kennst du überhaupt seine Adresse?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άχρηστο είναι, ε; - καθόλου!
- es ist nutzlos, nicht wahr? - ganz und gar nicht!
- δεν έχει καθόλου εφαρμογή
- es passt überhaupt nicht
- αλήθεια, πήρε καθόλου τηλέφωνο;
- apropos: Hat er eigentlich angerufen?
- καλύτερα έτσι παρά καθόλου
- besser/lieber so als überhaupt nicht
- δε σκέφτεται καθόλου παραπέρα
- weiter denkt er überhaupt nicht