στο λεξικό PONS
δι|αφεύγω <-έφυγα> [ðiaˈfɛvɣɔ] VERB αμετάβ
1. διαφεύγω (ξεφεύγω):
- διαφεύγω
- entkommen
- διέφυγε τον κίνδυνο
- er ist der Gefahr δοτ entkommen
- κατάφερε να διαφύγει με μια μοτοσυκλέτα
- er hat es geschafft, mit einem Motorrad zu entkommen
- δε θ' αφήσω να μου διαφύγει αυτή η ευκαιρία
- diese Gelegenheit lasse ich mir nicht entgehen
2. διαφεύγω (δραπετεύω):
- διαφεύγω
- fliehen
- διέφυγαν στο εξωτερικό
- sie sind ins Ausland geflohen
3. διαφεύγω (περνώ απαρατήρητος):
- διαφεύγω
- entgehen
- διέφυγε την προσοχή μου
- es ist mir entgangen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.