στο λεξικό PONS
σπαρταρ|ώ <-άς, -ησα> [spartaˈrɔ], σπαρταρί|ζω [spartaˈrizɔ] <-σα> VERB αμετάβ
1. σπαρταρώ (τινάζομαι):
- σπαρταρώ
- zucken
2. σπαρταρώ (ψάρι):
- σπαρταρώ
- zappeln
3. σπαρταρώ (από τρόμο):
- σπαρταρώ
- zusammenzucken
4. σπαρταρώ (από χαρά):
- σπαρτάρησα όταν …
- mein Herz hüpfte vor Freude, als …
- σπαρταρούσε η καρδιά μου
- mein Herz hüpfte vor Freude
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.