στο λεξικό PONS
χρωματί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [xrɔmaˈtizɔ] VERB μεταβ
1. χρωματίζω (βάφω):
- χρωματίζω
- färben
2. χρωματίζω μτφ (ιστορία κτλ):
- χρωματίζω κάτι
- einer Sache Farbe verleihen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χρωματίζω κάτι
- einer Sache Farbe verleihen