στο λεξικό PONS
διη|γούμαι [ðiiˈɣumɛ], διη|γιέμαι [ðiiˈjɛmɛ] <-γήθηκα> VERB αποθ ρήμα μεταβ
- διηγούμαι
- erzählen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διηγούμαι κάτι με διεξοδικότητα
- etw in aller Ausführlichkeit erzählen