στο λεξικό PONS
I. φωτί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [fɔˈtizɔ] VERB μεταβ
1. φωτίζω (ρίχνω φως):
- φωτίζω
- beleuchten
2. φωτίζω μτφ (διαφωτίζω):
- φωτίζω
- aufklären
3. φωτίζω ΘΡΗΣΚ:
- φωτίζω
- erleuchten
II. φωτί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [fɔˈtizɔ] VERB αμετάβ (φέγγω)
- φωτίζω
- leuchten
- φωτίζει (ξημερώνει)
- es wird hell/Tag
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.