στο λεξικό PONS
I. ναυτικ|ός <-ή, -ό> [naftiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- ναυτικός
- See-
- ναυτική δύναμη
- Seemacht θηλ
- ναυτικές δυνάμεις ΣΤΡΑΤ
- Seestreitkräfte θηλ πλ
- ναυτικές δυνάμεις ΣΤΡΑΤ
- Marine θηλ
II. ναυτικ|ός [naftiˈkɔs] SUBST αρσ
- ναυτικός
- Seemann αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ναυτικός γιακάς
- Matrosenkragen αρσ
- ναυτικός δόκιμος
- Seeoffiziersanwärter αρσ
- ναυτικός χάρτης
- Seekarte θηλ