στο λεξικό PONS
ινώδ|ης <-ης, -ες> [iˈnɔðis] ΕΠΊΘ
- ινώδης
- faserig, Faser-
- ινώδες σύνθετο υλικό
- Faserverbundwerkstoff αρσ
- ινώδης υφή
- Fasertextur θηλ
- ινώδης υφή
- Faserstruktur θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ινώδης υφή
- Fasertextur θηλ