στο λεξικό PONS
απορροφ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [apɔrɔˈfɔ] VERB μεταβ
1. απορροφώ (υγρό):
- απορροφώ
- aufsaugen
2. απορροφώ (υγρασία):
- απορροφώ
- aufnehmen
3. απορροφώ ΦΥΣ:
- απορροφώ
- absorbieren
4. απορροφώ μτφ (απασχολώ πολύ):
- απορροφώ
- sehr in Anspruch nehmen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.