στο λεξικό PONS
αντιστ|έκομαι <-άθηκα> [andiˈstɛkɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
- αντιστέκομαι σε κάτι (στις αξιώσεις κάποιου, στον εχθρό)
- sich einer Sache δοτ widersetzen
- αντιστέκομαι σε κάτι (ειδικά σε πειρασμό)
- einer Sache δοτ widerstehen
- δεν μπορώ ν' αντισταθώ σ' αυτό (σε κάποιον πειρασμό)
- dem kann ich nicht widerstehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αντιστέκομαι σε κάτι (στις αξιώσεις κάποιου, στον εχθρό)
- sich einer Sache δοτ widersetzen
- ενδίδω/αντιστέκομαι σε έναν πειρασμό
- einer Versuchung nachgeben/widerstehen