στο λεξικό PONS
απειλή [apiˈli] SUBST θηλ
1. απειλή (εκφοβιστικός λόγος):
- απειλή
- Drohung θηλ
- εκστομίζω απειλές
- Drohungen aussprechen
- υπό την απειλή βίας
- unter Androhung von Gewalt
- οι απειλές του δε με εντυπωσιάζουν ειρων
- seine Drohungen beeindrucken mich nicht
2. απειλή (κίνδυνος):
- απειλή
- Bedrohung θηλ
- απειλή για την ειρήνη
- Bedrohung θηλ des Friedens
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υπό την απειλή βίας
- unter Androhung von Gewalt
- απειλή για την ειρήνη
- Bedrohung θηλ des Friedens
- απειλή θηλ για τα θεμελιώδη δικαιώματα
- Grundrechtsgefährdung θηλ