στο λεξικό PONS
όνομα [ˈɔnɔma] SUBST ουδ
1. όνομα (ονομασία):
- όνομα
- Name αρσ
- πώς είναι το όνομά σου/σας;
- wie ist dein/Ihr Name?
- ακούω στο όνομα Χ
- auf den Namen X hören
- για τ' όνομα του θεού!
- um Gottes willen!
- λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους +γεν
- die Dinge beim Namen nennen/das Kind beim (rechten) Namen nennen
- λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους (εκ μέρους)
- im Namen +γεν
- εξ ονόματος (εξ ακοής)
- dem Namen nach
- χωρίς όνομα
- namenlos
- μικρό όνομα
- Vorname αρσ
- βαφτιστικό όνομα
- Taufname αρσ
- οικογενειακό όνομα
- Familienname αρσ
- πατρικό όνομα (γυναίκας)
- Mädchenname αρσ
- χαϊδευτικό όνομα
- Kosename αρσ
- όνομα χώρου Η/Υ
- Domainname αρσ
- όνομα επιχείρησης +γεν
- Firmenname αρσ
- όνομα επιχείρησης +γεν
- im Namen +γεν
- όνομα και πράμα!
- ganz wie der Name es schon sagt!
- αλλαγή θηλ ονόματος
- Namensänderung θηλ
2. όνομα (φήμη, δόξα):
- όνομα
- Ruf αρσ
- βγάζω/αφήνω όνομα
- sich δοτ einen Namen machen
- αποκτώ/βγάζω όνομα
- sich δοτ einen großen Ruf erwerben
- έχω καλό/κακό όνομα
- einen guten/schlechten Ruf haben
3. όνομα ΓΛΩΣΣ:
- όνομα
- Nomen ουδ
- κύριο όνομα
- Eigenname αρσ
- φραστικό όνομα
- Nominalphrase θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- όνομα ουδ γένους
- Gattungsname αρσ
- όνομα ουδ χρήστη
- Benutzername αρσ
- μικρό όνομα
- Vorname αρσ
- βαφτιστικό όνομα
- Taufname αρσ
- οικογενειακό όνομα
- Familienname αρσ