στο λεξικό PONS
καλύ|πτω <-ψα, -φτηκα, -μένος> [kaˈliptɔ] VERB μεταβ
1. καλύπτω (σκεπάζω):
- καλύπτω
- bedecken
2. καλύπτω (οικονομικά, κοινωνικά):
- καλύπτω
- decken
- καλυμμένη επιταγή
- gedeckter Scheck αρσ
3. καλύπτω (κρύβω):
- καλύπτω
- verdecken
4. καλύπτω (κενά):
- καλύπτω
- aufholen
- πρέπει να καλύψεις τα κενά
- du musst die Lücken aufholen
- καλύπτω απόσταση
- aufholen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καλύπτω απόσταση
- aufholen
- καλύπτω τα έξοδά μου
- seine Kosten decken
- καλύπτω το χαμένο έδαφος
- verlorenen Boden gutmachen/wettmachen