στο λεξικό PONS
αντιλ|αμβάνομαι <-ήφθηκα> [andilaɱˈvanɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. αντιλαμβάνομαι (ήχο, φως):
- αντιλαμβάνομαι
- wahrnehmen
2. αντιλαμβάνομαι (παίρνω είδηση: εκείνο που συμβαίνει):
- αντιλαμβάνομαι
- bemerken
- δεν το/τον αντιλήφθηκα
- ich habe es/ihn nicht bemerkt
3. αντιλαμβάνομαι (διαισθάνομαι):
- αντιλαμβάνομαι
- merken
- δεν είχε αντιληφθεί ότι ενοχλούσε
- er hatte nicht gemerkt, dass er störte
4. αντιλαμβάνομαι (καταλαβαίνω, κατανοώ):
- αντιλαμβάνομαι
- verstehen
- δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι …
- er kann nicht verstehen, dass …
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.