στο λεξικό PONS
βασανιστικ|ός <-ή, -ό> [vasanistiˈkɔs] ΕΠΊΘ και μτφ
- βασανιστικός
- quälend
- ο χρόνος περνούσε βασανιστικά αργά
- die Zeit ging quälend langsam vorüber
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- βαρύτονος
- βαρυφορτώνω
- βαρύφωνος
- βαρυχειμωνιά
- βαρώ
- βασανιστικός
- βάσανο
- βασεοφιλία
- βασεόφιλος
- βάση
- βασίδιο