στο λεξικό PONS
εξήγησ|η <-εις> [ɛˈksijisi] SUBST θηλ
1. εξήγηση (επεξήγηση, διασάφηση, δικαιολογία):
- εξήγηση
- Erklärung θηλ
- δίνω σε κάποιον μια εξήγηση
- jdm eine Erklärung geben
- τι εξήγηση δίνεις εσύ στη συμπεριφορά του;
- wie erklärst du sein Verhalten?
- μου χρωστάς μια εξήγηση
- du schuldest mir noch eine Erklärung
- ζητώ εξηγήσεις
- eine Erklärung verlangen
- απαιτώ εξηγήσεις!
- ich erwarte eine Erklärung!
- λογική εξήγηση
- logische Erklärung θηλ
- δεν έχει λογική εξήγηση
- das lässt sich nicht logisch erklären
2. εξήγηση (σχόλιο, παρατήρηση):
- εξήγηση
- Erläuterung θηλ
3. εξήγηση (ερμηνεία: κειμένου, της βίβλου):
- εξήγηση
- Exegese θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λογική εξήγηση
- logische Erklärung θηλ
- μου χρωστάς μια εξήγηση
- du schuldest mir noch eine Erklärung
- δεν έχει λογική εξήγηση
- das lässt sich nicht logisch erklären
- δίνω σε κάποιον μια εξήγηση
- jdm eine Erklärung geben
- τι εξήγηση δίνεις εσύ στη συμπεριφορά του;
- wie erklärst du sein Verhalten?