στο λεξικό PONS
επισκιά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛpisciˈazɔ] VERB μεταβ
1. επισκιάζω (για κάτι δυσάρεστο):
- επισκιάζω
- überschatten
2. επισκιάζω (με την υπεροχή, την επίδοση):
- επισκιάζω
- in den Schatten stellen
- τους επισκιάζει όλους
- er stellt sie alle in den Schatten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.