στο λεξικό PONS
επαν|έρχομαι <-ήλθα> [ɛpaˈnɛrxɔmɛ] VERB αμετάβ
1. επανέρχομαι (επιστρέφω):
- επανέρχομαι
- zurückkehren
2. επανέρχομαι (ξανάρχομαι):
- επανέρχομαι
- wiederkommen
ιδιωτισμοί:
- επανέρχομαι σε ένα θέμα
- auf ein Thema zurückkommen
- το θέμα θα επανέλθει
- das Thema wird noch einmal angesprochen werden
- επανέρχομαι σε ένα αξίωμα
- in ein Amt wiedereingesetzt werden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επανέρχομαι σε ένα αξίωμα
- in ein Amt wiedereingesetzt werden
- επανέρχομαι σε ένα θέμα
- auf ein Thema zurückkommen