στο λεξικό PONS
I. συνεχί|ζω <-σα, -στηκα> [sinɛˈçizɔ] VERB μεταβ (κάτι το ατελείωτο)
- συνεχίζω
- fortsetzen, weiterführen
II. συνεχί|ζω <-σα, -στηκα> [sinɛˈçizɔ] VERB αμετάβ
- συνεχίζω με κάτι
- mit etw fortfahren
- συνεχίζω να κάνω κάτι
- fortfahren, etw zu tun/etw weiterhin tun
- συνεχίζει να μην αισθάνεται καλά
- er/sie fühlt sich weiterhin schlecht
- συνεχίζω να μιλάω/τρέχω/ρωτάω/γράφω
- weiterreden/weiterlaufen/weiterfragen/weiterschreiben
III. συνεχίζομαι VERB αυτοπ ρήμα (δρόμος, ιστορία)
- συνεχίζομαι
- weitergehen, sich fortsetzen
- συνεχίζεται (σε περιοδικό) TV
- Fortsetzung folgt
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συνεχίζω το δρόμο μου
- seinen Weg weitergehen
- συνεχίζω να κάνω κάτι
- fortfahren, etw zu tun/etw weiterhin tun
- συνεχίζω με κάτι
- mit etw fortfahren
- συνεχίζω να μιλάω/τρέχω/ρωτάω/γράφω
- weiterreden/weiterlaufen/weiterfragen/weiterschreiben