στο λεξικό PONS
αναγκαί|ος <-α, -ο> [anaɲˈɟɛɔs] ΕΠΊΘ
- αναγκαίος
- nötig, notwendig
- το θεωρώ αναγκαίο
- ich halte es für nötig
- κάνω ό,τι είναι αναγκαίο
- das Nötige tun
- δεν είναι αναγκαία σωστό
- es ist nicht notwendigerweise/zwangsläufig richtig
- αναγκαίο επακόλουθο
- notwendige Folge θηλ
- τα αναγκαία
- das Nötige ουδ ενικ
- τα αναγκαία ουδ πλ της ζωής
- das Lebensnotwendige ουδ ενικ
- αναγκαίο κακό
- ein notwendiges Übel ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αναγκαίος κληρονόμος
- Noterbe αρσ