στο λεξικό PONS
έρευνα [ˈɛrɛvna] SUBST θηλ
1. έρευνα (αναζήτηση):
- έρευνα
- Nachforschung θηλ
- κάνω έρευνα
- Nachforschungen anstellen
2. έρευνα (εξέταση):
- έρευνα
- Untersuchung θηλ
3. έρευνα (επιστημονική):
- έρευνα
- Forschung θηλ
- επιστημονική έρευνα
- (wissenschaftliche) Forschung θηλ
- εφαρμοσμένη έρευνα
- angewandte Forschung θηλ
- κάνω έρευνες για κάτι
- nach etw forschen
- έρευνα αγοράς (η απασχόληση)
- Marktforschung θηλ
- έρευνα αγοράς (η εργασία, το έντυπο)
- Marktstudie θηλ
- έρευνα και ανάπτυξη ΟΙΚΟΝ
- Forschung θηλ
- έρευνα και ανάπτυξη ΟΙΚΟΝ
- und Entwicklung θηλ
- (εμπειρική) οικονομική έρευνα
- (empirische) Wirtschaftsforschung θηλ
- εργαστηριακή έρευνα
- Laborforschung θηλ
- έκθεση θηλ έρευνας
- Forschungsbericht αρσ
- Ευρωπαϊκός Χώρος αρσ Έρευνας EE
- Europäischer Forschungsraum αρσ
έρευνα SUBST
- διεπιστημονική έρευνα θηλ
- interdisziplinäre Forschung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δειγματοληπτική έρευνα
- Stichprobe θηλ
- επιστημονική έρευνα
- (wissenschaftliche) Forschung θηλ
- γεωπονική έρευνα
- Agrarforschung θηλ
- επιτόπια έρευνα
- Untersuchung θηλ vor Ort
- κάνω έρευνα
- Nachforschungen anstellen