στο λεξικό PONS
κατσουφιά|ζω <-σα, -σμένος> [katsuˈfçazɔ] VERB αμετάβ
- γιατί κατσούφιασες;
- warum schmollst du?
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- κατσαρίδα
- κατσαρόλα
- κατσαρός
- κατσαρώνω
- κατσίκα
- κατσουφιάζω
- κάτω
- κάτωθεν
- κάτωθι
- κατώι κατώγι
- κατωσάγονο