στο λεξικό PONS
αηδιαστικ|ός <-ή, -ό> [aiðiastiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- αηδιαστικός
- ekelhaft
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- Αζόρες
- αζουρίτης
- άζυμος
- άζωτο
- αζωτοδεσμευτικός
- αηδιαστικός
- αηδόνι
- αήττητος
- άηχος
- αθανασία
- αθανατοποίηση