στο λεξικό PONS
I. κάποι|ος <-α, -ο> [ˈkapçɔs] ΕΠΊΘ
1. κάποιος:
- κάποιος
- irgendein
- θα πάρω κάποιο βιβλίο και …
- ich werde irgendein Buch nehmen und …
ιδιωτισμοί:
- ένας κάποιος κύριος Τσάιλερ
- ein gewisser Herr Zeiler
- ένα κάποιο χαμόγελο
- ein gewisses Lächeln
- υπάρχει κάποια διαφορά
- es gibt einen gewissen Unterschied
II. κάποι|ος <-α, -ο> [ˈkapçɔs] ΑΝΤΩΝ
- κάποιος
- jemand
- κάποιος σε περιμένει
- es wartet jemand auf dich
- είδα κάποιον
- ich habe jemanden gesehen
- κάποιοι λένε ότι …
- manche sagen, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε ειρων
- Wunder gibt es immer wieder
- ένας κάποιος κύριος Τσάιλερ
- ein gewisser Herr Zeiler
- κάποιος είναι παλτό οικ
- jd ist eine Niete
- κάποιος τα πείραξε
- hier war jemand dran
- κάποιος είναι εξελίξιμος
- aus jdm kann etwas werden