στο λεξικό PONS
άτομο [ˈatɔmɔ] SUBST ουδ
1. άτομο (πρόσωπο):
- άτομο
- Person θηλ
- 30 ευρώ κατ' άτομο
- 30 Euro pro Person
- κύριο άτομο
- Hauptperson θηλ
2. άτομο ΦΥΣ (τμήμα ύλης):
- άτομο
- Atom ουδ
- άτομο αερίου
- Gasatom ουδ
- ανακρουόμενο άτομο
- Rückstoßatom ουδ
- επισημασμένο/ιχνηθετημένο άτομο
- markiertes Atom ουδ
- ελεύθερο άτομο
- freies Atom ουδ
- θερμό άτομο
- heißes Atom ουδ
- πυρηνικό άτομο
- Kernatom ουδ
- διάσπαση θηλ του ατόμου
- Kernspaltung θηλ
- δομή θηλ ατόμου
- Atombau αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παρανοειδές άτομο
- Paranoiker(in) αρσ (θηλ)
- ιοντισμένο άτομο
- ionisiertes Atom ουδ
- ελεύθερο άτομο
- freies Atom ουδ
- θερμό άτομο
- heißes Atom ουδ
- πυρηνικό άτομο
- Kernatom ουδ