στο λεξικό PONS
I. σπουδά|ζω <-σα [ή -ξα], -γμένος [ή -σμένος] > [spuˈðazɔ] VERB αμετάβ
- σπουδάζω
- studieren
II. σπουδά|ζω <-σα [ή -ξα], -γμένος [ή -σμένος] > [spuˈðazɔ] VERB μεταβ
1. σπουδάζω (κάποια επιστήμη):
- σπουδάζω
- studieren
2. σπουδάζω (τα παιδιά μου):
- σπουδάζω
- studieren lassen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.