στο λεξικό PONS
αλάτι [aˈlati] SUBST ουδ
- αλάτι
- Salz ουδ
- κάνω κάποιον τ' αλατιού
- jdn grün und blau schlagen
- φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι
- wir sind durch dick und dünn gegangen
- όσα είπαμε, νερό κι αλάτι
- Schwamm drüber
- επιτραπέζιο αλάτι
- Speisesalz ουδ
- επιτραπέζιο αλάτι
- Tafelsalz ουδ
- θαλασσινό αλάτι
- Meersalz ουδ
- ιωδιούχο αλάτι
- Jodsalz ουδ
- μαγειρικό αλάτι
- Kochsalz ουδ
- χοντρό αλάτι
- grobes Salz ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ιωδιούχο αλάτι
- Jodsalz ουδ
- επιτραπέζιο αλάτι
- Speisesalz ουδ
- μαγειρικό αλάτι
- Kochsalz ουδ
- θαλασσινό αλάτι
- Meersalz ουδ
- χοντρό αλάτι
- grobes Salz ουδ