στο λεξικό PONS
φεγγάρι [fɛŋˈgari] SUBST ουδ
1. φεγγάρι:
- φεγγάρι
- Mond αρσ
- χωρίς φεγγάρι
- mondlos
2. φεγγάρι (σεληνόφως):
- φεγγάρι
- Mondschein αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γεμάτο φεγγάρι
- Vollmond αρσ
- λειψό φεγγάρι
- Halbmond αρσ
- χωρίς φεγγάρι
- mondlos
- το φεγγάρι είναι στη χάση του
- der Mond nimmt ab