στο λεξικό PONS
εκτυφλωτικ|ός <-ή, -ό> [ɛktiflɔtiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- εκτυφλωτικός
- blendend
- εκτυφλωτικό φως (εξαιρετικά φωτεινό)
- blendend helles Licht ουδ
- εκτυφλωτικό φως (που ενοχλεί)
- blendendes Licht ουδ
- εκτυφλωτικός ήλιος
- blendend helle Sonne θηλ
- εκτυφλωτική ομορφιά μτφ
- strahlende Schönheit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκτυφλωτικός ήλιος
- blendend helle Sonne θηλ
Αναζήτηση στο λεξικό
- εκτρωματικός
- έκτρωση
- εκτρωτικός
- εκτυλίσσω
- έκτυπος
- εκτυφλωτικός
- έκφανση
- εκφασισμός
- εκφαυλίζω
- εκφαυλισμός
- εκφέρω