στο λεξικό PONS
I. ψή|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ˈpsinɔ] VERB μεταβ
1. ψήνω (στο τηγάνι):
- ψήνω
- braten
2. ψήνω (στη σκάρα):
- ψήνω
- grillen
3. ψήνω (καφέ):
- ψήνω
- kochen
4. ψήνω μτφ (καταβασανίζω):
- ψήνω
- fertigmachen
- μια ζωή με ψήνεις!
- du hast mein Leben zur Hölle gemacht!
- τα ψήνω με κάποιον
- mit jdm anbandeln
- ψήνω κάποιον να κάνει κάτι
- jdn dazu überreden, etw zu tun
II. ψήνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. ψήνομαι (αισθάνομαι υπερβολική ζέστη):
- ψήνομαι
- verglühen
2. ψήνομαι (ωριμάζω):
- ψήνομαι
- reifen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τα ψήνω με κάποιον
- mit jdm anbandeln
- ψήνω κάποιον να κάνει κάτι
- jdn dazu überreden, etw zu tun
- ψήνω κάποιου το ψάρι στα χείλη
- jdm das Leben zur Hölle machen