στο λεξικό PONS
κόκκιν|ος <-η, -ο> [ˈkɔcinɔs] ΕΠΊΘ
- κόκκινος
- rot
- κόκκινος σαν αίμα
- blutrot
- κόκκινο έχεις! (για φανάρια)
- du hast Rot!
- το φανάρι είναι κόκκινο
- die Ampel steht auf Rot
- είμαστε στο κόκκινο (χρηματικά)
- wir sind in den roten Zahlen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κόκκινος γίγαντας ΑΣΤΡΟΝ
- Roter Riese αρσ
- αστέρας γίγαντας (κόκκινος)
- Roter Riese αρσ
- κόκκινος σαν αίμα
- blutrot
- κόκκινος σαν αστακός (με πολύ κόκκινο δέρμα)
- krebsrot