στο λεξικό PONS
I. κρατ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [kraˈtɔ] VERB μεταβ
1. κρατώ (βαστώ, διατηρώ):
- κρατώ
- halten
- τι κρατάς στα χέρια σου;
- was hältst du in deinen Händen?
- κρατώ το λόγο μου
- sein Wort halten
- το ψυγείο το κρατάει φρέσκο
- der Kühlschrank hält es frisch
- το κρατούσε κρυμμένο
- er hielt es versteckt
2. κρατώ (δε δίνω πίσω, τυπώνω στο μυαλό):
- κρατώ
- behalten
3. κρατώ (δεν αφήνω):
- κρατώ
- festhalten
4. κρατώ (αντέχω):
- κρατώ
- aushalten
5. κρατώ (φυλάω: γράμματα κτλ):
- κρατώ
- aufbewahren
6. κρατώ (θέσεις, τραπέζι):
- κρατώ
- reservieren
7. κρατώ (δραπέτη):
- κρατώ
- aufhalten
II. κρατ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [kraˈtɔ] VERB αμετάβ
1. κρατώ (διαρκώ):
- κρατώ
- dauern
2. κρατώ (κατάγομαι):
- κρατώ από
- abstammen von
III. κρατιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. κρατιέμαι (να μην πέσω):
- κρατιέμαι από
- sich festhalten an +δοτ
2. κρατιέμαι (να μη χάσω τον αυτοέλεγχο):
- κρατιέμαι
- sich beherrschen
3. κρατιέμαι (από υγεία):
- κρατιέμαι
- sich gut halten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κρατώ ημερολόγιο
- ein Tagebuch führen
- κρατώ το χαβά μου
- immer wieder mit der gleichen Leier kommen
- κρατώ κάτι μέσα μου
- etw für sich behalten
- κρατώ το λόγο μου
- sein Wort halten
- κρατώ συντροφιά σε κάποιον
- jdm Gesellschaft leisten